αὐτοῦ

αὐτοῦ, [dialect] Dor. [full] αὐτῶ and [full] αὐτεῖ, Adv., prop. gen. of αὐτός:—
A just there or just here, Hom., etc.; ἐπίσχες αὐτοῦ stop there! Cratin.66:—freq. with the place added, αὐτοῦ ἐνὶ Τροίῃ, μέν' αὐτοῦ τῷδ' ἐνὶ χώρῳ, here in Troy, etc., Il.2.237, Od.10.271;

αὐτοῦ ἔνθα Il.8.207

; που αὐτοῦ ἀγρῶν somewhere there on the farm, Od.4.639;

αὐτοῦ ὑπὲρ κεφαλῆς 8.68

;

αὐτοῦ περὶ τεῖχος A.Ag.452

(lyr.); αὐτοῦ ταύτῃ in this very place, exactly here, Hdt.1.214, 3.77, 4.135;

αὐτοῦ τῇ περ ἔπεσε Id.1.30

:— so that αὐτοῦ usu. precedes; but

κεῖθι αὐτοῦ h.Ap.374

;

κατ' οἴκους αὐτοῦ Ar.Pax89

;

ἐνθάδ' αὐτοῦ Sol.36.11

, Ar.Pl.1187;

τοῖς ἐνθάδ' αὐτοῦ μὴ κατ' ἄστυ δημόταις S.OC78

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • .αυτοῦ — αὑτοῦ , ἑαυτοῦ Stadtrecht von Gortyn neut gen sg αὑτοῦ , ἑαυτοῦ Stadtrecht von Gortyn masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυτού — και ευτού (AM αὐτοῡ) επίρρ. ακριβώς σ αυτό το μέρος, εδώ, εκεί νεοελλ. 1. τη στιγμή που, τότε που, καθώς 2. τότε, στη στιγμή αρχ. φρ. «αὐτοῡ ταύτη» ακριβώς εδώ. [ΕΤΥΜΟΛ. Γενική της αντωνυμίας αυτός (πρβλ. άλλος > αλλού, πάντα > παντού)] …   Dictionary of Greek

  • αυτού — 1. επίρρ. τοπικό, σ αυτό το μέρος: Κάθισε αυτού που είσαι. 2. σπν. επίρρ. χρον., τότε: Κι αυτού στο γέρμα του ηλιού, κοντά να ξημερώσει (δημοτ. στίχ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αὐτοῦ — αὐτός self neut gen sg αὐτός self masc gen sg αὐτοῦ just there indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὑτοῦ — ἑαυτοῦ Stadtrecht von Gortyn neut gen sg ἑαυτοῦ Stadtrecht von Gortyn masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εἰς τὴν αὐτοῦ κεφαλήν. — εἰς τὴν αὐτοῦ κεφαλήν. См. На чью либо голову …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Τὴν αὐτοῦ σκιὰν φοβεῖσθαι. — τὴν αὐτοῦ σκιὰν φοβεῖσθαι. См. Собственной тени боится …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Τὸν λύκον οἱ πόδες αὐτοῦ τρέφουσιν. — τὸν λύκον οἱ πόδες αὐτοῦ τρέφουσιν. См. Волка ноги кормят …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Οὐδεὶς ἔπτυσεν εἰς τὸν οὐρανόν, ὡς μὴ τὸ πτύσμα πρὸς τὸ αὐτοῦ καταπεσεῖν πρόσωπον. — См. Вверх не плюй: себя побереги …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ποικιλώτερος αὐτοῦ Πρωτέως. — См. Протей …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • καὐτοῦ — αὐτοῦ , αὐτός self neut gen sg αὐτοῦ , αὐτός self masc gen sg αὐτοῦ , αὐτοῦ just there indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.